Πίσω από τη λέξη «μετανάστης»: Η ιστορία του Αλί από το Πακιστάν στην Ιεράπετρα

Σε μια εποχή που το μεταναστευτικό βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, με αυξημένες αφίξεις μεταναστών και προσφύγων στην Κρήτη και τα νησιά, η εκπομπή μας «Κουβέντα να γίνεται» επέλεξε να δώσει χώρο όχι στους αριθμούς, αλλά σε έναν άνθρωπο.

Ο Αλί Ιρφάν έφτασε στην Ελλάδα από το Πακιστάν σε ηλικία μόλις 18 ετών. Σήμερα, μετά από πολλά χρόνια, ζει και εργάζεται στην Ιεράπετρα, μιλά άπταιστα ελληνικά, έχει φοιτήσει σε ελληνικό σχολείο, συμμετέχει σε θεατρικές ομάδες και αποτελεί ενεργό μέλος της τοπικής κοινωνίας.

Μέσα από μια ιδιαίτερα συγκινητική συζήτηση, μίλησε για το ταξίδι της μετανάστευσης, την προσπάθεια προσαρμογής, τη μοναξιά, αλλά και τους ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα του.

Η απόφαση να φύγει

Ο Αλί δεν έφυγε από το Πακιστάν κυνηγώντας κάποιο όνειρο για την Ευρώπη. Όπως εξήγησε στη συνέντευξή του, η απόφαση δεν ήταν δική του, αλλά της οικογένειάς του.

«Μου είπε ο πατέρας μου ότι πρέπει να πάω να δουλέψω στην Ελλάδα, να στέλνω χρήματα στην οικογένεια», ανέφερε. Ήταν ο μεγαλύτερος από έξι αδέλφια και μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που, όπως περιέγραψε, χαρακτηριζόταν από αυστηρή πειθαρχία και οικονομικές δυσκολίες.

Όταν ξεκίνησε το ταξίδι του ήταν μόλις 18 ετών και δεν είχε βγει ποτέ μόνος του από το χωριό του. «Όταν έφυγα έκλαιγα πάρα πολύ. Κοιτούσα πίσω και σκεφτόμουν ότι αφήνω το χωριό μου και δεν ξέρω αν θα το ξαναδώ», θυμήθηκε.

Η διαδρομή προς την Ελλάδα διήρκεσε περίπου ενάμιση μήνα. Όπως είπε, ταξίδεψε με τα πόδια, λεωφορεία, νταλίκες και αγροτικά οχήματα, μαζί με ομάδες άλλων μεταναστών. Στη διαδρομή, οι διακινητές τούς μετέφεραν από σημείο σε σημείο και συχνά τούς έκρυβαν σε γκαράζ, αποθήκες ή στάβλους για να αποφύγουν την αστυνομία.

«Ήμασταν περίπου πενήντα άτομα. Κάποιες φορές μας χτυπούσαν, φοβόμασταν πολύ και κλαίγαμε», περιέγραψε. Όταν ρωτήθηκε αν φοβήθηκε για τη ζωή του, απάντησε χωρίς δισταγμό: «Πάρα πολλές φορές».

Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ελλάδα ήταν εξαρχής ο προορισμός του, κυρίως επειδή είχε συγγενείς που ήδη εργάζονταν εδώ. Παρ’ όλα αυτά, δεν γνώριζε σχεδόν τίποτα για τη χώρα πριν ξεκινήσει το ταξίδι.

«Δεν είχα άλλη επιλογή», είπε επανειλημμένα στη διάρκεια της συζήτησης. Και αυτή η φράση συμπυκνώνει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τον λόγο που ένας 18χρονος άφησε πίσω του το σπίτι του και ξεκίνησε μια διαδρομή γεμάτη κινδύνους προς μια άγνωστη χώρα.

Τα πρώτα βήματα στην Ελλάδα

Η πρώτη του στάση ήταν η Αθήνα. Εκεί ξεκίνησε να εργάζεται σε πανηγύρια, βοηθώντας σε πάγκους με διάφορα είδη, προσπαθώντας παράλληλα να μάθει τις πρώτες λέξεις στα ελληνικά.

Δεν γνώριζε τη γλώσσα, δεν είχε φίλους και έπρεπε να προσαρμοστεί σε μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Όμως από την πρώτη στιγμή κατάλαβε ότι η γλώσσα θα ήταν το κλειδί για να μπορέσει να επικοινωνήσει και να προχωρήσει.

Στη συνέχεια βρέθηκε στην Κρήτη, αρχικά στους Αγίους Δέκα, όπου εργάστηκε σε αγροτικές εργασίες. Οι συνθήκες δεν ήταν πάντα εύκολες. Όπως θυμάται, υπήρξαν περιπτώσεις όπου εργάστηκε χωρίς να πληρωθεί ποτέ, εμπειρίες που τον έκαναν να συνειδητοποιήσει πόσο ευάλωτος μπορεί να είναι ένας άνθρωπος όταν βρίσκεται μόνος σε μια ξένη χώρα.

Λίγο αργότερα μετακόμισε στην Ιεράπετρα, μια πόλη που έμελλε να αλλάξει τη ζωή του.

Η Ιεράπετρα έγινε σπίτι

Στην Ιεράπετρα βρήκε ανθρώπους που τον βοήθησαν ουσιαστικά στα πρώτα του βήματα. Άνθρωποι που τον στήριξαν, τον συμβούλευσαν και του έδωσαν την ευκαιρία να σταθεί στα πόδια του.

Μέσα από τη δουλειά στα χωράφια άρχισε να χτίζει τη ζωή του από την αρχή. Παράλληλα, συνέχισε να μαθαίνει ελληνικά, να έρχεται σε επαφή με την τοπική κοινωνία και να αναζητά τρόπους να προχωρήσει.

Η γλώσσα αποτέλεσε για τον ίδιο σημείο καμπής. Όσο περισσότερο επικοινωνούσε με τους ανθρώπους γύρω του, τόσο περισσότερο αισθανόταν ότι ανήκει.

Αργότερα φοίτησε σε ελληνικό σχολείο και συνέχισε την προσπάθειά του να ενταχθεί πλήρως στην κοινωνία.

Ένα από τα πιο συγκινητικά σημεία της συζήτησης ήταν η στιγμή που περιέγραψε την ημέρα που απέκτησε τα απαραίτητα έγγραφα παραμονής.

Για χρόνια η ζωή του βρισκόταν σε μια διαρκή αναμονή. Η αβεβαιότητα για το μέλλον, η αγωνία για το αν θα μπορέσει να παραμείνει νόμιμα στη χώρα και η ανάγκη να αποδείξει καθημερινά ότι αξίζει μια ευκαιρία, ήταν κομμάτι της καθημερινότητάς του.

Όταν τελικά πήρε τα χαρτιά του, βρισκόταν στο χωράφι.

«Έπεσα κάτω και έκλαιγα. Είπα ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Θεό», θυμάται.

Για εκείνον, εκείνη η στιγμή συμβόλιζε κάτι πολύ περισσότερο από ένα διοικητικό έγγραφο. Ήταν η επιβεβαίωση ότι οι κόποι και οι θυσίες τόσων χρόνων δεν είχαν πάει χαμένοι.

Από το σχολείο πέρασε στο ΕΠΑΛ και αργότερα στο θέατρο, έναν χώρο που, όπως είπε, του έδωσε την ευκαιρία να εκφραστεί και να αισθανθεί ότι ανήκει.

«Όταν ανέβηκα στη σκηνή, εκεί ένιωσα ότι ένας Πακιστανός μπορεί να κάνει κάποια πράγματα όταν έχει ευκαιρίες. Όχι μόνο ένας Πακιστανός. Ο κάθε άνθρωπος μπορεί να κάνει πράγματα, αρκεί να έχει δίπλα του ένα καλό περιβάλλον και στήριξη».

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στους ανθρώπους των θεατρικών ομάδων και στους φίλους που γνώρισε στην Ιεράπετρα, τονίζοντας ότι ποτέ δεν βίωσε ρατσισμό μέσα σε αυτόν τον χώρο.

«Όλοι με βοήθησαν και με στήριξαν. Χωρίς αυτούς δεν θα ήμουν αυτός που είμαι σήμερα», είπε με εμφανή συγκίνηση.

Η μοναξιά όσων φτάνουν σήμερα

Όταν η συζήτηση στράφηκε στις σημερινές μεταναστευτικές ροές προς την Κρήτη, ο Αλί στάθηκε σε ένα στοιχείο που, όπως είπε, αναγνωρίζει αμέσως στους νεοαφιχθέντες.

«Αυτό που αναγνωρίζω είναι ότι είναι μόνοι τους», είπε.

Θυμήθηκε τα δικά του πρώτα χρόνια στην Ελλάδα και την αίσθηση ότι πρέπει να αντιμετωπίσεις μόνος σου μια νέα ζωή, μακριά από την οικογένεια, τους φίλους και όσα γνώριζες μέχρι τότε.

Γι’ αυτό και θεωρεί πως η επικοινωνία, η γλώσσα και η επαφή με την κοινωνία είναι τα σημαντικότερα εργαλεία για την ένταξη.

Ένα μήνυμα απέναντι στα στερεότυπα

Στο ερώτημα τι θα έλεγε σε όσους αντιμετωπίζουν τους μετανάστες μόνο ως αριθμούς ή ως πρόβλημα, η απάντησή του ήταν απλή:

«Να κοιτάξουν λίγο μέσα τους. Να φανταστούν το δικό τους παιδί σε μια ξένη χώρα και να σκεφτούν πώς θα ένιωθαν αν κάποιος του φερόταν με τον ίδιο τρόπο».

Μίλησε ακόμη για τις δυσκολίες που πολλοί μετανάστες κρατούν μέσα τους χωρίς να τις μοιράζονται ούτε με τις οικογένειές τους, επιλέγοντας συχνά να κουβαλούν μόνοι τους το βάρος της καθημερινότητας.

Τι σημαίνει πατρίδα

Στην τελευταία ερώτηση της συζήτησης, για το τι σημαίνει σήμερα η λέξη «πατρίδα», ο Αλί δεν μίλησε για σύνορα ή γεωγραφία.

Μίλησε για την οικογένεια.

«Για μένα πατρίδα σημαίνει πάνω απ’ όλα να έχεις καλή οικογένεια. Από εκεί ξεκινούν τα πάντα. Η οικογένεια, οι φίλοι, οι άνθρωποι που σε στηρίζουν».

Κλείνοντας, απηύθυνε ένα μήνυμα προς την κοινωνία:

«Να αγαπάτε τα παιδιά σας και να τα κρατάτε κοντά σας. Αυτά είναι η δύναμη της κοινωνίας».

Η συνέντευξη του Αλί Ιρφάν δεν ήταν μια συζήτηση για το μεταναστευτικό. Ήταν η υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε διαδρομή, κάθε στερεότυπο και κάθε ταμπέλα, υπάρχει ένας άνθρωπος με τη δική του ιστορία, τις δικές του δυσκολίες και τα δικά του όνειρα.

Μ. Τροχοπούλου – Δ. Πανάγου

Please browse to the page to see this content.

The post Πίσω από τη λέξη «μετανάστης»: Η ιστορία του Αλί από το Πακιστάν στην Ιεράπετρα appeared first on Radiolasithi.gr.