Συνεχίζεται το μαρτύριο των καταθετών της Τράπεζας Χανίων που βαφτίστηκαν «επενδυτές» και έχασαν τις περιουσίες τους

Για μια δεκαετία εκατοντάδες οικογένειες στην Κρήτη –και όχι μόνο– ζουν με την αγωνία αν θα ξαναδούν τις οικονομίες μιας ζωής ή αν θα κληθούν να επιστρέψουν ακόμη και τα ποσά που ήδη δικαιώθηκαν στα δικαστήρια. Στο επίκεντρο βρίσκεται η Τράπεζα Χανίων και τα προγράμματα «Χρυσή Κατάθεση» / «Χρυσή Επένδυση» και «Αποδίδω», που, σύμφωνα με τους ίδιους τους πολίτες, τους παρουσιάστηκαν ως ασφαλή τραπεζικά προϊόντα αποταμίευσης, για να μετατραπούν αργότερα –μέσα από νομικές ερμηνείες και δικαστικές ανατροπές– σε πεδίο σκληρής σύγκρουσης γύρω από το αν ήταν καταθέτες ή «επενδυτές» και «συνεταιριστές».

Στην εκπομπή του Ράδιο Λασίθι, η Πρόεδρος του «Σωματείου Καταθετών Προγραμμάτων Χρυσής Επένδυσης – Αποδίδω» Αργυρώ Μετζιδάκη, μαζί με δύο ακόμη θιγόμενους –τον κύριο Γιώργο από την περιοχή της Ιεράπετρας και τον κύριο Αντώνη από το Ηράκλειο– κατέθεσαν ένα πυκνό χρονικό: από την περίοδο που η Τράπεζα Χανίων προωθούσε επιθετικά τα «χρυσά» προγράμματα με την υπόσχεση καλύτερων αποδόσεων, μέχρι τις μαζικές αγωγές, τις πρωτόδικες και εφετειακές νίκες, την ανατροπή στον Άρειο Πάγο και τις σημερινές απαιτήσεις, όπως καταγγέλλουν, για επιστροφή χρημάτων και απειλές κατασχέσεων.

Πίσω από τους νομικούς όρους κρύβονται συγκεκριμένα πρόσωπα: ηλικιωμένοι που δεν μπόρεσαν να αγοράσουν ένα σπίτι για το παιδί τους, καρκινοπαθείς που πήραν δάνειο αντί να έχουν πρόσβαση στις δικές τους καταθέσεις, εγγόνια που, όπως περιγράφεται, έχασαν τις αποταμιεύσεις τους. Οι μαρτυρίες που ακούστηκαν στον αέρα δεν μένουν μόνο στη σχέση πολιτών – τράπεζας, αλλά επεκτείνονται στη στάση της Δικαιοσύνης και του πολιτικού συστήματος, με τους ομιλητές να μιλούν ανοικτά για μεροληψία υπέρ της τράπεζας και για θεσμική σιωπή απέναντι στις καταγγελίες.

Την ίδια ώρα, οι καταγγέλλοντες επισημαίνουν ότι σε αντίστοιχες υποθέσεις άλλων συνεταιριστικών τραπεζών, όπως της Κοζάνης, ο Άρειος Πάγος έχει ήδη επικυρώσει αποφάσεις που τους αναγνωρίζουν ως καταθέτες και όχι ως επενδυτές, με πλήρη επιστροφή των χρημάτων. Η διαφορετική αυτή αντιμετώπιση τροφοδοτεί ένα βασικό ερώτημα: ισχύουν διαφορετικοί κανόνες ανάλογα με την τράπεζα και την περιοχή ή το ίδιο νομικό πλαίσιο εφαρμόζεται με δύο μέτρα και δύο σταθμά;

Σε αυτό το υπόβαθρο, το Σωματείο «Αποδίδω» απευθύνθηκε πλέον και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ζητώντας έλεγχο της Τράπεζας Χανίων από την Υπηρεσία Ελεγκτών Εισαγγελέων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το θέμα έχει τεθεί και στη Βουλή μέσω κοινοβουλευτικών παρεμβάσεων. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα μεταφέρθηκαν στην εκπομπή, δεν έχει υπάρξει μέχρι σήμερα ουσιαστική απάντηση από τα αρμόδια Υπουργεία ή επίσημη, αναλυτική τοποθέτηση της τράπεζας για το σύνολο των καταγγελιών.

Από τη «Χρυσή Κατάθεση» στο «Αποδίδω»: πώς στήθηκε το πρόγραμμα

Η Αργυρώ Μετζιδάκη, που κατάγεται από την Κίσσαμο, περιέγραψε πώς η ίδια και δεκάδες ακόμη καταθέτες προσέγγισαν αρχικά την Τράπεζα Χανίων, πολύ πριν το 2015. Όπως είπε, η σχέση πολλών πολιτών με τη συνεταιριστική τράπεζα χτίστηκε πάνω στην προσωπική εμπιστοσύνη – από συγγενείς, φίλους, ακόμη και νεοπροσληφθέντες υπαλλήλους από την τοπική κοινωνία.

«Το πρώτο πρόγραμμα που έφτιαξε η τράπεζα, όπου μπήκα κι εγώ, ήταν η “Χρυσή Κατάθεση”. Όχι “Χρυσή Επένδυση”», επισημαίνει, τονίζοντας ότι η γλώσσα δεν είναι τυχαία: «Κάνουν ό,τι μπορούν για να μας μπερδέψουν και να μας παρουσιάζουν σαν επενδυτές, ενώ εμείς είμαστε απλοί καταθέτες. Εμείς καταθέσαμε χρήματα στην τράπεζα, τους κόπους μιας ζωής».

Σύμφωνα με την ίδια, τα χρήματα μπήκαν «κλειστά» σε πρόγραμμα αποταμίευσης – όπως παραδοσιακά γνώριζαν πολλοί πολίτες: αφήνεις τα χρήματα για ένα διάστημα, παίρνεις καλύτερο επιτόκιο, δεν τα «πειράζεις». Όταν όμως χρειάστηκε να τα χρησιμοποιήσει, ακόμη και σε περίοδο σοβαρής ασθένειας, η απάντηση από τους υπαλλήλους –όπως περιγράφει– ήταν σταθερά αρνητική.

«Δυο φορές ζήτησα λεφτά γιατί τα χρειαζόμουνα. Τη δεύτερη ήμουν καρκινοπαθής και ήθελα να πάω για θεραπείες σε ιδιωτικό στην Αθήνα. Κι όμως, η απάντηση ήταν ότι “σας συμφέρει καλύτερα να πάρετε δάνειο, να μην χαλάσουμε το πρόγραμμα”», αναφέρει. Η ίδια περιγράφει μια συστηματική πίεση προς τους καταθέτες να διατηρούν το πρόγραμμα και, αν χρειάζονται ρευστότητα, να προσφεύγουν σε δάνεια, πληρώνοντας τόκους.

Ταυτόχρονα, στο πρόγραμμα συνδέονταν συνεταιριστικές μερίδες, με τιμή –σύμφωνα με τη μαρτυρία– 35 ευρώ η καθεμία, από τις οποίες προέκυπταν μερίσματα που κατέληγαν σε ξεχωριστό λογαριασμό. Οι αποδόσεις αυτές, όπως ειπώθηκε, χρησιμοποιούνταν ως επιχείρημα για να ενισχυθεί η εικόνα ενός «κερδοφόρου» προϊόντος.

Το 2014, οι καταθέτες κλήθηκαν –όπως περιγράφει η κ. Μετζιδάκη– να υπογράψουν νέα έγγραφα, καθώς «το πρόγραμμα άλλαξε όνομα» και μετατράπηκε σε «Αποδίδω». Έναν χρόνο αργότερα, στα τέλη του 2015, η Γενική Συνέλευση της τράπεζας ανακοίνωσε το κλείσιμο των προγραμμάτων.

Capital controls, ανακεφαλαιοποίηση και η «ψυχολογία του τρόμου»

Η χρονιά τομή, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ήταν το 2015: τότε επιβλήθηκαν τα capital controls και προχώρησε νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Στο κλίμα αυτό, η Τράπεζα Χανίων, όπως λένε οι καταγγέλλοντες, «κλείδωσε» τις καταθέσεις στα συγκεκριμένα προγράμματα και ξεκίνησε μια νέα καμπάνια πίεσης στους πελάτες.

«Αμέσως μετά το 2015 που έκλεισαν τα προγράμματα, δεν έφτανε που μας κλείδωσαν τα λεφτά, ζητούσαν και ανακεφαλαιοποίηση. Μας έλεγαν ότι αν δεν βάλουμε κι άλλα χρήματα, η τράπεζα θα κλείσει και τότε θα τα χάσουμε όλα», περιγράφει η κ. Μετζιδάκη. Πολλοί, όπως λέει, φοβήθηκαν και έβαλαν κι άλλα χρήματα, ενώ άλλοι αρνήθηκαν και στράφηκαν στη δικαιοσύνη.

Ανάλογη είναι η εμπειρία του κυρίου Γιώργου, μέλους του σωματείου από την ευρύτερη περιοχή της Ιεράπετρας. Όπως αφηγήθηκε, αφού κατέθεσε τα χρήματά του και έλαβε έναν «ικανοποιητικό τόκο», ζήτησε κάποια στιγμή να τα αποσύρει. «Μου τα δώσανε, φαίνεται και στο βιβλιάριο», λέει. «Μέχρι να πάω σπίτι, με παίρνουν τηλέφωνο: “Αν δεν τα ξαναφέρετε, η τράπεζα θα κλείσει, τα χρήματα θα τα χάσετε”. Γύρισα την επόμενη μέρα και τα ξανακατέθεσα».

Λίγο πριν το 2015, όταν θέλησε να αγοράσει σπίτι για τον γιο του στο Ηράκλειο, βρέθηκε μπροστά σε νέα άρνηση. «Ζητάω τα χρήματά μου και μου λένε “έχουμε διαταγή από την Τράπεζα της Ελλάδος, λόγω capital controls, δεν μπορούμε να σας τα δώσουμε, η τράπεζα θα κλείσει”», υποστηρίζει. Παρά τις αιτήσεις του, η απάντηση παρέμενε αρνητική. Στο μεταξύ, όπως περιγράφει, ζητήθηκε από τους καταθέτες να βάλουν επιπλέον χρήματα στην ανακεφαλαιοποίηση για να «σωθεί» η τράπεζα.

Από τους συνεταιρισμούς στον Άρειο Πάγο: το νομικό υπόβαθρο

Το σημείο – κλειδί στην εξέλιξη της υπόθεσης, όπως το βλέπουν οι καταγγέλλοντες, είναι η ερμηνεία του νομικού πλαισίου για τους συνεταιρισμούς. Σύμφωνα με όσα μετέφερε η Πρόεδρος του σωματείου, ο Άρειος Πάγος, σε αποφάσεις του που αφορούν υποθέσεις της Τράπεζας Χανίων, κάνει χρήση νόμου του 1986 περί συνεταιρισμών, ο οποίος φέρεται να αντιμετωπίζει τα ποσά που τοποθετούνται σε συνεταιρισμούς ως κεφάλαιο που ανήκει συλλογικά στο νομικό πρόσωπο και όχι ως καταθέσεις που μπορούν να αναληφθούν ελεύθερα.

«Ο Άρειος Πάγος αναστρέφει τις υποθέσεις μας και τις γυρίζει πίσω για να ξαναδικαστούν, αλλά πριν γίνει ξανά το Εφετείο μας υποχρεώνει να γυρίσουμε πίσω όλα τα λεφτά», ισχυρίζεται η κ. Μετζιδάκη. «Μας παρουσιάζουν κατά βούληση ως συνεταιριστές όταν τους συμφέρει, για να πουν ότι τα λεφτά ανήκουν στο συνεταιρισμό και όχι σε εμάς».

Η ίδια υποστηρίζει ότι ποτέ δεν υπέγραψε αίτηση ή άλλο έγγραφο με το οποίο να ζητά να γίνει συνεταιριστικό μέλος: «Να μου φέρουν την αίτηση που υπέγραψα ότι ήθελα να γίνω συνεταιριστής και να μην ξαναδώ τα χρήματά μου», λέει χαρακτηριστικά.

Στο ίδιο πνεύμα, ο κύριος Αντώνης από το Ηράκλειο, που έχει κερδίσει τόσο στο Πρωτοδικείο όσο και στο Εφετείο, χαρακτηρίζει «τουλάχιστον αστείο» το σκεπτικό με το οποίο –σύμφωνα με όσα γνωρίζει– ο Άρειος Πάγος ανατρέπει τις αποφάσεις, και αφήνει αιχμές για σκοπιμότητες και πιέσεις:

«Είναι αδιανόητο να έχει κριθεί η αδικοπραξία, να έχει αναγνωριστεί ότι έχουμε εξαπατηθεί, και η ανώτατη δικαιοσύνη να βασίζεται σε νομοθεσίες του ’80 περί συνεταιρισμών, δίνοντας στην τράπεζα το δικαίωμα να πιέζει με κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων τους εξαπατημένους πολίτες», αναφέρει. Ο ίδιος μιλά ευθέως για «μεροληψία υπέρ της τράπεζας».

Η εμπειρία της Κοζάνης και οι «δύο ταχύτητες»

Στην εκπομπή έγινε εκτενής αναφορά στην υπόθεση της Συνεταιριστικής Τράπεζας Κοζάνης, η οποία φέρεται να είχε αναπτύξει αντίστοιχο πρόγραμμα με αυτό της Τράπεζας Χανίων. Εκεί, όπως περιγράφει η κ. Μετζιδάκη, ομάδα δικηγόρων –με τους οποίους συνεργάστηκαν και Κρητικοί καταθέτες– ξεκίνησε νωρίτερα, από το 2017, μαζικές αγωγές.

«Μετά από πάνω από δέκα χρόνια αγώνα, ο Άρειος Πάγος επικύρωσε τις αποφάσεις των δικαστηρίων της Κοζάνης. Τους αναγνώρισε ως καταθέτες, όχι επενδυτές, και δικαιώθηκαν τελεσίδικα – πήραν τα λεφτά τους», λέει η Πρόεδρος του σωματείου. Το γεγονός ότι σε μια συνεταιριστική τράπεζα οι πολίτες δικαιώθηκαν και σε μια άλλη η υπόθεση φαίνεται να παίρνει αντίθετη κατεύθυνση, αποτελεί βασικό επιχείρημα όσων μιλούν για άνιση μεταχείριση.

Ο κύριος Γιώργος το διατυπώνει ωμά: «Γιατί στη Μακεδονία πήραν τα χρήματά τους και εμείς εδώ είμαστε άλλο κράτος; Η Κοζάνη και η Αθήνα είναι άλλο κράτος;».

Δικαστικές νίκες, επιστροφές χρημάτων και τώρα… αξιώσεις για επιστροφή

Παρά τις δυσκολίες, μεγάλο μέρος των προσφευγόντων στα δικαστήρια κατά της Τράπεζας Χανίων φαίνεται ότι αρχικά δικαιώθηκε. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, η «συντριπτική πλειοψηφία» των αποφάσεων σε πρώτο βαθμό, αλλά και σε αρκετές εφετειακές δίκες, δικαίωσε τους καταθέτες, αναγνωρίζοντας ότι δεν είχαν ενημερωθεί επαρκώς και ότι τα χρήματά τους αντιμετωπίστηκαν ουσιαστικά ως καταθέσεις.

Η κ. Μετζιδάκη αναφέρει ότι όσοι κέρδισαν πρωτόδικα, ιδίως στα πρώτα χρόνια, λάμβαναν από την τράπεζα ένα μέρος των χρημάτων – «τα μισά ή και λιγότερα», όπως λέει, με την ίδια να λαμβάνει «περίπου το ένα τρίτο». Σε μεταγενέστερες αποφάσεις, κάποιοι, όπως ο κύριος Αντώνης, πήραν –κατά τη μαρτυρία του– «όλο το ποσό με τους τόκους» μετά τη θετική απόφαση του Εφετείου.

Το νέο κεφάλαιο άνοιξε όταν, όπως περιγράφουν, οι υποθέσεις άρχισαν να οδηγούνται στον Άρειο Πάγο. Οι ομιλητές υποστηρίζουν ότι η τράπεζα «προανήγγειλε» τον κίνδυνο αυτόν από νωρίς, παρουσιάζοντας την ανώτατη δικαστική αρχή περίπου ως «μπαμπούλα» που θα ανέτρεπε όλες τις προηγούμενες δικαιώσεις.

Σήμερα, σύμφωνα με την Πρόεδρο του σωματείου, η Τράπεζα Χανίων έχει αρχίσει –τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις– να ζητά πίσω τα ποσά που κατεβλήθησαν στους καταθέτες, ακόμη και πριν ολοκληρωθεί η νέα εκδίκαση μετά την αναίρεση. Αναφέρεται χαρακτηριστικά παράδειγμα δύο νεαρών καταθετών στο Καστέλι, στους οποίους –όπως λέει– επιδόθηκε από την τράπεζα απαίτηση άμεσης επιστροφής ποσών κοντά στις 200.000 ευρώ ο καθένας, με επίσχεση λογαριασμών και απειλή κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων.

«Μας ζητούν να τα δώσουμε όλα πίσω, άμεσα, πριν γίνει ξανά το Εφετείο που μπορεί να αργήσει χρόνια», λέει η κ. Μετζιδάκη, περιγράφοντας ένα κλίμα ασφυκτικής πίεσης.

Οι προσωπικές διαδρομές πίσω από τους αριθμούς

Πίσω από τα νούμερα και τις αποφάσεις, οι ιστορίες που ακούστηκαν στον αέρα φωτίζουν το ανθρώπινο κόστος της υπόθεσης. Ο κύριος Γιώργος περιγράφει τον εαυτό του ως «έναν αγράμματο άνθρωπο» που, όπως λέει, «τον έπεισαν με δόλο» ότι αν δεν στήριζε την τράπεζα, θα έχανε όσα είχε ήδη καταθέσει.

«Πήραν ακόμη και 10.000 ευρώ από τα εγγονάκια μου, λεφτά από κάλαντα και δώρα παππούδων», λέει με έντονη φόρτιση. Αναφέρεται σε περιστατικά κατά τα οποία, όπως ισχυρίζεται, η σύζυγός του απομακρύνθηκε από το κατάστημα όταν επιχείρησε να ζητήσει εξηγήσεις, αλλά και σε υποσχέσεις στελεχών ότι «αν σε έναν χρόνο δεν πάρετε τα χρήματά σας, εγώ θα κλείσω την τράπεζα», τις οποίες δηλώνει πρόθυμος να επαναλάβει «μπροστά σε εισαγγελέα».

Ο ίδιος μεταφέρει και μια πολιτική διάσταση, αναφερόμενος σε σύντομη συνομιλία που λέει ότι είχε με τον τότε υπουργό της κυβέρνησης και βουλευτή Λασιθίου, Γιάννη Πλακιωτάκη, σε σχολική εκδήλωση, όπου έθεσε το ζήτημα της Τράπεζας Χανίων και έλαβε, όπως λέει, μια αμήχανη αναγνώριση του προβλήματος χωρίς συνέχεια.

Ο κύριος Αντώνης, από την πλευρά του, στέκεται περισσότερο στη θεσμική πλευρά: «Έχουμε δικαιωθεί σε δύο βαθμούς. Δεν είμαστε ούτε συνεταιριστές, ούτε επενδυτές – είμαστε απλοί πολίτες. Το ότι ξαφνικά καλούμαστε να επιστρέψουμε τα χρήματα που μας επιδίκασε η Δικαιοσύνη, είναι κάτι που δεν μπορούμε να το αποδεχθούμε ως φυσιολογικό», σημειώνει, δηλώνοντας ότι θα παραμείνει ενεργά στο πλευρό του σωματείου.

Το σωματείο «Αποδίδω» και οι συλλογικές κινήσεις

Η ανάγκη συντονισμού των προσπαθειών οδήγησε, το 2019, στη δημιουργία του «Σωματείου Καταθετών Προγραμμάτων Χρυσής Επένδυσης – Αποδίδω». Σήμερα αριθμεί περίπου 150 μέλη, αλλά, σύμφωνα με την Πρόεδρό του, οι άνθρωποι που έχουν εμπλακεί στα συγκεκριμένα προγράμματα ανέρχονται σε πολλαπλάσιο αριθμό.

«Είναι πολλοί και δεν το λένε γιατί ντρέπονται. Σαν τις βιασμένες γυναίκες, ντρεπόμαστε να το πούμε», σχολιάζει με σκληρή, αλλά αποκαλυπτική παρομοίωση η κ. Μετζιδάκη, δείχνοντας το βάρος της κοινωνικής έκθεσης για ανθρώπους που φοβούνται μήπως θεωρηθούν “αφελείς” ή “επενδυτές που ρίσκαραν” και όχι καταθέτες.

Το σωματείο έχει οργανώσει συγκεντρώσεις έξω από τα κεντρικά της τράπεζας, έχει παρουσιαστεί σε συνελεύσεις, ενώ –όπως αναφέρθηκε– σε μεγάλη κινητοποίηση τον Δεκέμβριο κατάφερε, μετά από πίεση, να ανέβει στα γραφεία της διοίκησης. Εκεί, σύμφωνα με την Πρόεδρο, δεν υπήρξε συνάντηση με τα μέλη του Δ.Σ., αλλά μόνο με τον νομικό σύμβουλο της τράπεζας.

«Ο δικηγόρος μας είπε χωρίς περιστροφές ότι τα λεφτά δεν είναι δικά μας, αλλά ανήκουν στον συνεταιρισμό», αναφέρει η κ. Μετζιδάκη. «Τότε ήταν που για πρώτη φορά μάθαμε ότι μας έχουν “βαφτίσει” συνεταιριστές. Την ίδια ώρα, σε άλλα έγγραφα μιλάνε για επενδυτές. Τι είμαστε τελικά;».

Παράλληλα, το σωματείο αποφάσισε να απευθυνθεί και εκτός Ελλάδας. Όπως είπε η Πρόεδρος, έχει σταλεί αναλυτική επιστολή –με αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης και στις δικαστικές εξελίξεις– στην Υπηρεσία Ελεγκτών Εισαγγελέων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αίτημα να ελεγχθεί η λειτουργία της Τράπεζας Χανίων και η διαχείριση των συγκεκριμένων προγραμμάτων.

Βουλή, πολιτικό σύστημα και θεσμικές σιωπές

Το θέμα έχει ήδη μεταφερθεί και στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Σύμφωνα με την κ. Μετζιδάκη, βουλευτές έχουν καταθέσει ερωτήσεις προς την κυβέρνηση για την υπόθεση, ζητώντας διευκρινίσεις για το νομικό πλαίσιο, τον ρόλο της Τράπεζας της Ελλάδος και την προστασία των καταθετών. Όπως αναφέρθηκε, τουλάχιστον μία σχετική ερώτηση έχει απευθυνθεί σε αρμόδιο υπουργό, χωρίς όμως –μέχρι στιγμής, κατά τα λεγόμενά της– να έχει δοθεί ουσιαστική απάντηση.

Η ίδια κάνει λόγο για διακομματική αδράνεια: «Έχω θυμό όχι μόνο με τους κυβερνητικούς αλλά και με τους αντιπολιτευόμενους. Δεν αφήνουν το πράγμα να εξελιχθεί», λέει, σημειώνοντας ότι η υπόθεση δεν έχει βρει τον χώρο που θα περίμενε στα μεγάλα μέσα ενημέρωσης, σε αντίθεση με άλλες υποθέσεις που πήραν τεράστια δημοσιότητα.

Στο μεταξύ, οι καταγγέλλοντες προαναγγέλλουν ότι θα συνεχίσουν να δίνουν παρουσία σε κάθε δικαστική διαδικασία, από τα Εφετεία μέχρι τον Άρειο Πάγο, με στόχο –όπως λένε– να μην εξελίσσεται η υπόθεση ερήμην τους.

Η θέση της τράπεζας και τα ανοιχτά ερωτήματα

Στη ραδιοφωνική συζήτηση μεταφέρθηκε η εικόνα ότι, πέρα από τις θέσεις που προκύπτουν μέσα από τα δικόγραφα και τις παρεμβάσεις των νομικών εκπροσώπων της, η Τράπεζα Χανίων δεν έχει προχωρήσει σε μια δημόσια, αναλυτική τοποθέτηση που να απαντά στα βασικά ερωτήματα των καταθετών: πώς ακριβώς δομήθηκαν τα προγράμματα «Χρυσή Κατάθεση» / «Χρυσή Επένδυση» και «Αποδίδω», τι είδους ενημέρωση δόθηκε για τον κίνδυνο απώλειας κεφαλαίου, με ποιον τρόπο χαρακτηρίζονται σήμερα τα χρήματα που τοποθετήθηκαν εκεί και ποιος είναι ο συγκεκριμένος ρόλος της Τράπεζας της Ελλάδος στις απαγορεύσεις ρευστοποίησης που επικαλούνται οι υπάλληλοι.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, η κεντρική γραμμή που προβάλλεται στους καταθέτες είναι ότι δεσμευτικά όρια και οδηγίες της Τράπεζας της Ελλάδος δεν επιτρέπουν την απόδοση των χρημάτων. Ταυτόχρονα, η τράπεζα –μέσω των νομικών της– εμφανίζεται να στηρίζεται στο συνεταιριστικό δίκαιο, υποστηρίζοντας ότι τα κεφάλαια έχουν χαρακτήρα συνεταιριστικών μερίδων.

Από την πλευρά τους, οι πολίτες που προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη υποστηρίζουν ότι ουδέποτε ενημερώθηκαν με σαφήνεια ότι τα ποσά τους θα αντιμετωπίζονταν ως μη εξαγοράσιμες μερίδες και ότι η ενημέρωση που είχαν στόχευε στο να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη και όχι να αναδειχθούν οι κίνδυνοι.

Μέχρι σήμερα, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν στην εκπομπή, οι ίδιες οι αποφάσεις των Πρωτοδικείων και των Εφετείων –σε συντριπτικό ποσοστό– δικαιώνουν το επιχείρημα των καταθετών ότι εξαπατήθηκαν ή παραπλανήθηκαν ως προς τη φύση του προϊόντος. Η εικόνα αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις μεταγενέστερες κρίσεις σε ανώτατο επίπεδο, γεγονός που τροφοδοτεί την αίσθηση θεσμικής αντίφασης.

«Δεν είμαστε επενδυτές, δεν είμαστε συνεταιριστές – είμαστε καταθέτες»

Η φράση αυτή, που ακούστηκε επανειλημμένα στην εκπομπή, συμπυκνώνει το βασικό διακύβευμα για τους ανθρώπους που συμμετέχουν στο σωματείο «Αποδίδω». Για εκείνους, το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά αφορά την ίδια τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον πολίτη και το τραπεζικό σύστημα – και, κατ’ επέκταση, στους θεσμούς που υποτίθεται ότι εγγυώνται την προστασία των ασθενέστερων.

«Το αίμα μας ζητάμε, όχι κάτι παραπάνω», είπε χαρακτηριστικά η κ. Μετζιδάκη, περιγράφοντας την υπόθεση ως μια μακρόχρονη δοκιμασία που έχει γονατίσει οικονομικά και ψυχολογικά εκατοντάδες οικογένειες.

Την ώρα που οι προσφεύγοντες ετοιμάζονται για νέες μάχες στον Άρειο Πάγο, αλλά και προσβλέπουν σε ευρωπαϊκούς θεσμούς για έλεγχο της υπόθεσης, το κεντρικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο: πώς είναι δυνατόν, στο ίδιο τραπεζικό σύστημα, ένας πολίτης να θεωρείται καταθέτης στη μία συνεταιριστική τράπεζα και «συνεταιριστής – επενδυτής» στην άλλη, με συνέπεια να κινδυνεύει να χάσει ή να επιστρέψει τις οικονομίες μιας ζωής;

Μέχρι να υπάρξει καθαρή, συνεκτική απάντηση σε αυτό το ερώτημα –με τρόπο που να αντέχει τόσο νομικά όσο και ηθικά– η υπόθεση της Τράπεζας Χανίων θα συνεχίσει να αποτελεί όχι μόνο ένα οικονομικό και δικαστικό θρίλερ, αλλά και ένα κρίσιμο τεστ για την αξιοπιστία των θεσμών, από το τραπεζικό σύστημα μέχρι την ανώτατη Δικαιοσύνη και την πολιτεία.

Please browse to the page to see this content.

The post Συνεχίζεται το μαρτύριο των καταθετών της Τράπεζας Χανίων που βαφτίστηκαν «επενδυτές» και έχασαν τις περιουσίες τους appeared first on Radiolasithi.gr.